Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

acquaintance (en)

  1. ένας γνωστός, κάποιος με τον οποίο έχουμε κοινωνική επαφή
  2. acquaintance, acquaintance with: εξοικείωση με γνωστικό αντικείμενο, γνώση
    (δεν χρησιμοποιείται για βαθιά γνώση [εκτός αν προσδίδει ύφος στον λόγο, μα δεν προτιμάται])