Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐξεργάζομαι < ἐξ + ἐργάζομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐξεργάζομαι

  1. καταφέρνω και εξασφαλίζω από εργασία
  2. τελειοποιώ
  3. καταστρέφω, επεξεργάζομαι κάτι κακό