Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χόκεϊ < αγγλική hockey

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈxɔ.kε.i/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χόκεϊ ουδέτερο

  • (αθλητισμός) άθλημα που παίζεται από δύο ομάδες των 11 ή έξι παικτών η καθεμία, που προσπαθούν με μια καμπύλη ράβδο να χτυπήσουν μια μπαλίτσα ή ένα δίσκο και να τα βάλουν στο τέρμα της αντίπαλης ομάδας

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

 συνώνυμα:Επεξεργασία

(νεολογισμός)(λόγιο) ραβδοσφαίριση

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία