Δείτε επίσης: υπόψιν, ενόψει

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπόψη < υπόψιν < (καθαρεύουσα) υπ' όψιν < υπό + αρχαία ελληνική ὄψιν, αιτιατική του ὄψις

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

υπόψη

  1. στο μυαλό μου
  2. στα σχέδιά μου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία