Δείτε επίσης: υπόψη, υπόψιν

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενόψει < ἐν + ὄψει

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ενόψει

  1. μπροστά, ενώπιον
  2. μόλις εμφανιστεί, αμέσως
    Όταν ένα γραμμάτιο πληρωτέο ενόψει οπισθογραφηθεί, πρέπει να πληρωθεί ο κάτοχός του εντός ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος.
  3. τις ίδιες σημασίες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη όψη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία