Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποθάλπω < υπο- ( < υπό ) + θάλπω ( < το θάλπος, του -ους (ουδ) (= ζέστη) )

  ΡήμαΕπεξεργασία

υποθάλπω

  1. κρύβω και προστατεύω κάποιον ή κάτι, το οποίο είναι ή θεωρείται κακό, συνήθως παρά τις επιταγές των νόμων
    κατηγορείται ότι υπέθαλψε δραπέτη
  2. τροφοδοτώ ή ενισχύω κρυφά, συμβάλλοντας έμμεσα στη διατήρηση ή την έξαψη (πάθους, συναισθήματος κ.λ.π.)
    με τα άρθρα του υπέθαλπε την τρομοκρατία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία