Ελληνικά (el) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑδροπέπων < σύνθεση από τα αρχαία συνθετικά ὑδρο- (< ύδωρ) + πέπων

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ðɾɔˈpɛ.pɔn/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὑδροπέπων αρσενικό (καθαρεύουσα)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία