Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στο πι και φι < από τα αρχικά των μεσαιωνικών λέξεων παλούκι και φούρκα[1]

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

στο πι και φι

  1. πολύ γρήγορα, άμεσα, αστραπιαία, στο άψε σβήσε
    έκανε όλες τις διορθώσεις στο πι και φι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.