Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προβάλλομαι < παθ. φωνή του προβάλλω < προ + βάλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προβάλλομαι, πρτ.: προβαλλόμουν, στ.μέλλ.: θα προβληθώ, αόρ.: προβλήθηκα, μτχ.π.π.: προβεβλημένος

  1. προωθώ κοινωνικά το άτομό μου ή το προωθούν κάποιοι άλλοι. Επίσης για προώθηση απόψεων
    "Προβάλλεται ιδιαίτερα από τα κανάλια, αλλά δεν ξέρω αν το κάνει από μανία αυτοπροβολής ή τον έχουν βρει βολικό οι δημοσιογράφοι και τον καλούν κάθε τρεις και λίγο στα παράθυρα για να μπαζώνουν τηλεοπτικό χρόνο"
    "Προβάλλεσαι υπερβολικά και ο καθηγητής μου είπε ότι οι αναπληρωτές καθηγητές πρέπει να διατηρούν πιο χαμηλό προφίλ"
    "Η άποψή του προβλήθηκε ιδιαίτερα όχι επειδή συμπαθούν τον ίδιο, αλλά επειδή όσα είπε ήταν καθησυχαστικά και ο κόσμος είχε αγωνία"
  2. για εμφάνιση εικόνων σε οθόνη ή άλλη επιφάνεια
    "Κοίτα ποια ταινία προβάλλεται απόψε στο σινεμά"

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία