Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλαστικά < πλαστικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

πλαστικά

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

πλαστικά