Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ομάδι < μεσαιωνική ελληνική ὁμάδι(ν), υποκοριστικό του αρχαία ελληνική ὁμάς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ομάδι

  1. (λογοτεχνικό) ομαδικά, ως μία ομάδα
  2. (λογοτεχνικό) μαζί
    αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν, / ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν / σ' μιά κόρη κ' έναν άγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι / σε μιά φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος/Α)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία