Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὁμάδιν: υποκοριστικό του αρχαία ελληνική ὁμάς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ὁμάδιν

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  • ἁμάδι
  • ἁμάδιν
  • μάδι
  • ὁμάδι
  • ὁμάδια