Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεμαθαίνω < ξε- + μαθαίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεμαθαίνω

  1. ξεχνώ ό,τι είχα μάθει
  2. αποβάλλω κακές συνήθειες
     συνώνυμα: ξεσυνηθίζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία