Δείτε επίσης: Κατηγορία:Γλώσσα νότια σότο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νότια σότο άκλιτο, θηλυκό, μόνο στον ενικό ή ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • κωδικός γλώσσας: st

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία