Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λούζομαι < παθητική φωνή του ρήματος λούζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

λούζομαι, πρτ.: λουζόμουν, στ.μέλλ.: θα λουστώ, αόρ.: λούστηκα, μτχ.π.π.: λουσμένος

  1. (αμετάβατο) λούζω τα μαλλιά μου
  2. (μεταβατικό) (μεταφορικά) υπομένω κάποιον ή κάτι ενοχλητικό
    εγώ γλίτωσα προς το παρόν από δαύτονε· σειρά σου να τον λουστείς εσύ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία