Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ληρέω < λῆρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂- (κρύπτομαι, καλύπτομαι)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ληρέω

  1. ανοηταίνω, παραλογίζομαι
  2. (ιατρική) (ελληνιστική κοινή) παραληρώ

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία