Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανόητα < ανόητος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ανόητα

  1. με ανόητο τρόπο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία