Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαθεμένα < λαθεμένος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ΧΧΧ/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

λαθεμένα

  • Ενήργησε υπό πίεση, λαθεμένα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

λαθεμένα