Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόβομαι < παθητική φωνή του ρήματος κόβω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κόβομαι, πρτ.: κοβόμουν, στ.μέλλ.: θα κοπώ, αόρ.: κόπηκα, μτχ.π.π.: κομμένος

  1. τραυματίζομαι (μάλλον ελαφρά) στο δέρμα
    κόπηκα στο ξύρισμα
  2. διαιρούμαι σε μικρότερα μέρη
    πότε θα κοπεί η πρωτοχρονιάτικη πίτα;
  3. με αποκόπτουν
    κόπηκε ένα κλαδί από το δέντρο
  4. (για μια συνήθεια) με διακόπτουν
    από τότε που κόπηκε το κάπνισμα νιώθω άλλος άνθρωπος
    από δω και πέρα κόβονται τα περιττά έξοδα
  5. (σχολική ζωή, διαγωνισμοί) παίρνω βαθμό κάτω από τη βάση
    ο Γιάννης κόπηκε στα μαθηματικά

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία