Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείτε τις λέξεις κρητικός και διάλεκτος

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

κρητική διάλεκτος θηλυκό

  1. (γλωσσολογία, γλώσσα) νεοελληνική ποικιλία που μιλιέται στην Κρήτη με χαρακτηριστική έκφρασή της στις μαντινάδες. Οι ρίζες της, στα κείμενα της κρητικής λογοτεχνίας του ύστερου μεσαίωνα (συγγραφέων όπως ο Κορνάρος και ο Χορτάτσης)
  2. (γλωσσολογία, γλώσσα) αρχαία κρητική διάλεκτος, αυστηρή παραλλαγή δωρικής διαλέκτου. Χαρακτηριστικό της δείγμα, στην επιγραφή της Γόρτυνος (περίπου 450 πΚΕ)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία