Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακαρίζω < μεσαιωνική ελληνική, (ηχομιμητική λέξη) από το κα κα (φωνή κότας) + κατάληξη -ρίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κακαρίζω

  1. (για ζώα) βγάζω φωνή κότας
  2. (μεταφορικάσκωπτικό) γελάω ή μιλάω φλυαρώντας με ψιλή φωνή

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία