Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν καιρώ ειρήνης < (καθαρεύουσα) ἐν καιρῷ (δοτική ενικού του καιρός) & γενική ενικού εἰρήνης του εἰρήνηδείτε τις λέξεις εν, καιρός, εν καιρώ και ειρήνη • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν καιρώ ειρήνης

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία