Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: Να βρεθεί συντομότερο παράδειγμα, να μορφοποιηθεί η σελίδα. --sarri.greek (συζήτηση) 00:23, 7 Ιουλίου 2019 (UTC).


  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θηλυκό άκλιτο (σπανίως και ουδέτερο) (ψυχολογία)

  1. το οργανωμένο όλον (λειτουργικό σύνολο) που συντελεί/συναποτελεί/διαμορφώνει/σχηματίζει μια ολότητα/ενότητα (ενιαίο σύνολο) ανώτερο απ' την άθροιση των μελών του
    • Μου μιλούσε για ώρες για τα πλήρη κι οργανωμένα λειτουργικά σύνολα, όμως η γκεστάλτ ορολογιά, παρ' ότι δεν είναι εσφαλμένη, δεν είναι αρκετά αναλυτική ειδικά σε παλαιότερα κείμενα και δύναται να παρερμηνευτεί ως μεταφυσική από τους αδαείς, αφού δεν παραθέτει τα αναγκαία πειραματικά δεδομένα. Η σύγχρονη γκεστάλτ προσέγγιση, παραθέτει αυτά τα δεδομένα, όμως και πάλι, έχει το ύφος περασμένων αιώνων, κι εγώ είμαι βαθύτατα υπεραναλυτικός για να ανεχθώ προχειρότητες. Στην ψυχολογία δύναται να αποδώσει, διότι μετρά και το επικοινωνιακό ταλέντο του θεραπευτή. Εξ' άλλου δεν ισχυρίστηκα ότι είναι λάθος, απλά αρχαϊκή προσέγγιση, πράγμα αντιεπιστημονικό κατά την άποψή μου.
  2. η ολότητα, γκεστάλτ, μορφή, διαμόρφωση
  3. είδος ψυχοθεραπείας, ψυχοθεραπευτική προσέγγιση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία