Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γένομαι < γίνομαι < αρχαία ελληνική γίγνομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

γένομαι, πρτ.: γενόμουν, στ.μέλλ.: θα γενώ, αόρ.: γένηκα

δείτε τη λέξη γίνομαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία