Δείτε επίσης: Αϊ-, άι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αϊ- < αγι- < αγιο- < άγιος.[1] Προτακτικό για ονόματα αγίων.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ai̯/ (άτονη δίφθογγος· συγκρίνετε με το άι)

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

αϊ- άκλιτο (άτονο προτακτικό, σύντμηση του άγιος, ακολουθείται πάντα από ενωτικό)

  1. (λαϊκότροπο) άγιος (για αγιωνύμια)
    Έχω κάνει τάμα στον αϊ-Γιώργη, θα πάω ν' ανάψω λαμπάδα στην εκκλησία του Αϊ- Γιώργη
    ※  Γεια σου, καΐκι μου, αϊ-Νικόλα (τίτλος τραγουδιού του Βασίλη Τσιτσάνη)
  2. για ονόμασίες ναών και για τοπωνύμιαδείτε τη λέξη Αϊ-

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία