Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασούβλιστα < ασούβλιστος + < λατινική subula

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ασούβλιστα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ασούβλιστα