Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποκατασταίνω < μεσαιωνικό ρήμα ἀποκατασταίνω < ἀποκαθιστάνω < ἀποκαθίστημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποκατασταίνω και αποκαθιστώ μεσοπαθητικό αποκαθίσταμαι

  1. επαναφέρω κάποιον\κάτι κάτι στην προηγούμενη κατάστασή του, επανορθώνω ένα λάθος, μια αδικία διορθώνω μια βλάβη,
    Ο Κολοκοτρώνης αμνηστεύτηκε και αποκαταστάθηκε στα αξιώματά του το 1825
    Μετά την αθώωσή του αποκαταστάθηκε στα μάτια του κόσμου
    Αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις των δύο υπουργών ύστερα από παρέμβαση του πρωθυπουργού
    Αποκαταστάθηκε η βλάβη/η συγκοινωνία/το μνημείο/το κτήριο
  2. παντρεύω μια γυναίκα (παλιότερα), σήμερα χρησιμοποιείται ως αστεϊσμός και για τα δύο φύλα
    Πότε θα αποκαταστήσεις τον Παύλο; Δυο χρόνια τον έχεις εκτεθειμένο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

αποκαθιστώ, αποκαθίσταμαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία