Δείτε επίσης: ἀπεκδύομαι

Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

απεκδύομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπεκδύομαι,[1] μεσοπαθητική φωνή του ρήματος ἀπεκδύω < ἀπό + ἐκδύω (γδύνω)

  Ρήμα επεξεργασία

απεκδύομαι

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Αναφορές επεξεργασία

  1. απεκδύομαι Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. απεκδύωΓεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας