Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

  1. ξεντύνω, γυμνώνω, ξεβρακώνω
  2. (μεταφορικά) ξηλώνω τα γαλόνια, αποστερώ/αφαιρώ αξίωμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία