Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναμεταξύ < ἀναμεταξύ στην καθαρεύουσα και μεσαιωνική ελληνική και ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική ἀνά και μεταξύ (μετά + ξύν)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αναμεταξύ

  1. (χρονικό) στο μεσοδιάστημα, εν τω μεταξύ, στο μεταξύ, από την πρώτη χρονική αναφορά μέχρι την επόμενη, από τότε μέχρι τώρα
    Αποφασίσαμε κατά τις 10 να πάμε για σουβλάκι και μπυρίτσες και τηλεφωνήσαμε στο Σάκη να έρθει κι όλο χαρά ετοιμαστήκαμε να φύγουμε, αλλά αναμεταξύ νά σου, γυρνάει σπίτι η γυναίκα μου και λέει "θα σας φτιάξω μια πίτσα να κάτσετε μέσα να μην ξοδεύεστε"
  2. (τοπική) μεταξύ δύο περιοχών (παρωχημένο)
  3. μεταξύ δύο παραγόντων, κυρίως ανθρώπων
    Ας τα βρούνε αναμεταξύ τους, μην ανακατεύεσαι

μεταξύ για το μέρος του λόγου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία