Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναισθητοποιώ < αναίσθητος + ποιώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναισθητοποιώ

  1. χορηγώ σε άνθρωπο ή ζώο νόμιμες αναισθητικές ουσίες για να διεχαθεί οδυνηρή επέμβαση ή εξέταση
  2. ναρκώνω με οποιοδήποτε μέσο για να ληστέψω, να βιάσω ή γενικά να διεκπεραιώσω ανενόχλητος κάποια παράνομη πράξη
  3. προκαλώ με διάφορα μέσα την απευαισθητοποίηση, καθιστώ το άτομο συναισθηματικά αδιάφορο


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία