• Αρχική σελίδα
  • Τυχαίο
  • Είσοδος
  • Ρυθμίσεις
  • Δωρεές
  • Σχετικά με Βικιλεξικό
  • Αποποίηση ευθυνών

αναγέρνω

  • Διαβάστε σε άλλη γλώσσα
  • Παρακολούθηση
  • Επεξεργασία

Πίνακας περιεχομένων

  • 1 Ελληνικά (el)
    • 1.1 Ετυμολογία
    • 1.2 Ρήμα
      • 1.2.1 Συγγενικές λέξεις
      • 1.2.2 Μεταφράσεις

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναγέρνω < μεσαιωνική ελληνική αναγέρνω < ελληνιστική κοινή ἀναγείρω < αρχαία ελληνική ἀνεγείρω < ἐγείρω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ger- (σηκώνω, ωθώ)

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναγέρνω

(λαϊκότροπο) (λογοτεχνικό)
  1. γέρνω ελαφρά
  2. ξαπλώνω για λίγο
    ≈ συνώνυμα: μισοξαπλώνω
  3. (μέσο) ανασηκώνομαι ελαφρά
  4. (μεταβατικό) ανασηκώνω, ανυψώνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • ανάγερμα
  • αναγερμένος
  • αναγερτά
  • αναγερτός
  • → δείτε τις λέξεις ανά, γέρνω και εγείρω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

    αναγέρνω
Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=αναγέρνω&oldid=3402068"
Τελευταία επεξεργασία στις 13 Ιουνίου 2014, στις 09:08

Το περιεχόμενο είναι διαθέσιμο υπό CC BY-SA 3.0 εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.
  • Η σελίδα αυτή τροποποιήθηκε τελευταία φορά στις 13 Ιουνίου 2014, στις 09:08.
  • Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την Άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Παρόμοια Διανομή 3.0· μπορεί να ισχύουν πρόσθετοι όροι. Δείτε τους Όρους Χρήσης για λεπτομέρειες.
  • Προστασία Προσωπικών Δεδομένων
  • Σχετικά με Βικιλεξικό
  • Αποποίηση ευθυνών
  • Όροι χρήσης
  • Επιφάνεια εργασίας
  • Προγραμματιστές
  • Στατιστικά
  • Δήλωση cookie