Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ένεκα < αρχαία ελληνική ἕνεκα

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

ένεκα

  1. για, εξαιτίας, λόγω

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • συντάσσεται με γενική, συνήθως έναρθρη, αλλά και με έναρθρη ονομαστική, σε λαϊκές μορφές επικοινωνίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία