Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈwɔ.tə(ɹ)/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

water (en)

  1. νερό
  2. (οικείο) τα ούρα

  ΡήμαΕπεξεργασία

water (en)

  1. ποτίζω (φυτά ή ζώα)
  2. κάνω το νερό μου, ουρώ
  3. αραιώνω με νερό ένα οινοπνευματώδες ποτό



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

water (nl)