Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

translingual < trans- + lingual < λατινική trans + lingua

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

translingual (en)

  1. (γλωσσολογία) διαγλωσσικός
  2. (για φράση) που περιέχει λέξεις από πολλές γλώσσες
     συνώνυμα: multilingual
  3. (γενικότερα) που αφορά ή σχετίζεται με πολλές γλώσσες
     συνώνυμα: multilingual
  4. (ιατρική) που υπάρχει ή συμβαίνει σε όλο το όργανο της γλώσσας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία