Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

strength (en)

  1. η δύναμη, το να είναι κανείς δυνατός
  2. η ισχύς
  3. το πιο δυνατό μέρος από κάτι

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία