Αγγλικά (en)Επεξεργασία

παραθετικά
θετικός splashy
συγκριτικός splashier
υπερθετικός splashiest

  Ετυμολογία Επεξεργασία

splashy < splash + -y

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsplæʃ.i/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

splashy (en)

  1. φανταχτερός, φαντεζί
  2. εντυπωσιακός
  3. κραυγαλέος
    Helen did not want her birthday party to be too big and splashy.
    Η Ελένη δεν ήθελε το πάρτι γενεθλίων της να είναι πολύ μεγάλο και κραυγαλέο.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία