Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

schwach (de)

  1. αδύνατος, αδύναμος
  2. ελαφρός, ελαφρύς
  3. μικρός, χαμηλός, αμυδρός
  4. ασθενής
  5. ομαλός

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  1. stark

ΚλίσηΕπεξεργασία