Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

rusa < rus + -a

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική rusa rusaj
αιτιατική rusan rusajn

rusa (eo)

  1. τα ρωσικά, η ρωσική γλώσσα
    li parolas la rusan, μιλάει ρωσικά
  2. ο Ρώσος, η Ρωσίδα
    rusa verkisto - Ρώσος συγγραφέας
  3. ρωσικός