Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
reste restes

reste (fr) αρσενικό

  1. υπόλοιπο
  2. (μαθηματικά) υπόλοιπο μιας διαίρεσης
    → δείτε τις λέξεις division, dividende, diviseur και quotient

Εκφράσεις

επεξεργασία