Άνοιγμα κυρίου μενού

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pũŋkt/
punkt 

  Ετυμολογία Επεξεργασία

punkt (pl) < λατινική punctum

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

punkt (pl) αρσενικό

  1. (γεωμετρία), (μαθηματικά) το σημείο
  2. η τελεία
  3. (αθλητισμός) ο βαθμός, ο πόντος, το σημείο
  4. (τυπογραφία) η στιγμή

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • punkt krytyczny: κρίσιμο σημείο
  • punkt odniesienia: σημείο αναφοράς
  • punkt widzenia: οπτική γωνιά
  • punkt wyjścia: σημείο εξόδου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

punkt (pl)

  1. ακριβώς (όταν αναφέρεται στην ώρα)