Αλβανικά (sq)Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

po (sq)

Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

po < p + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

po (eo)

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : //
Ήχος 

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

po (pl)

  1. όταν ακολουθείται από τοπική:
    • μετά, μετά από
      po trzech tygodniach znalazłem zgubionego długopisu - μετά από τρεις βδομάδες βρήκα το χαμένο στιλό
    • σε (με οριστικό άρθρο: στον, στην κλπ.) για υπόδειξη τόπου (δίπλα σε, πάνω σε, κοντά σε κλπ)
      rowerem z trudem jeździ się po piasku - δύσκολα οδηγείς στην άμμο με ποδήλατο
      serce człowieka znajduje się po jego lewej stronie - η καρδιά του ανθρώπου βρίσκεται στα αριστερά (στην αριστερή πλευρά του)
    • από (για επιμερισμό ή αίτιο)
      wszystkie dostały po jednej torby - πήρανε όλες από μία τσάντα
      poznałem pana po głosie - σας κατάλαβα από τη φωνή
    • για να υποδείξει τη γλώσσα
      mówię dobrze po grecku - μιλάω καλά ελληνικά
      nie ma takiego słowa po polsku ani po angielsku- δεν υπάρχει τέτοια λέξη στα πολωνικά ούτε στα αγγλικά
  2. όταν ακολουθείται από αιτιατική:
    woda jest ledwo po pas - το νερό είναι μόλις μέχρι τη μέση

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • po co: γιατί, για ποιο λόγο (ερωτηματικά)