Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pity (en)

  1. η συμπόνια, το έλεος
  2. κρίμα
    it's a pity you can't come with us - είναι κρίμα που δεν μπορείς να έρθεις μαζί μας
    what a pity! - τι κρίμα!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

pity (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

pity (en)