Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

pitiful (en)

  1. που προκαλεί τη συμπόνια των άλλων, αξιοθρήνητος
  2. αξιοθρήνητος, ελάχιστος