Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pelo (es) αρσενικό

  1. τα μαλλιά



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
pelo pelos

pelo (pt) αρσενικό

  1. η τρίχα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

pelo < πρόθεση por + άρθρο a

  ΣυγχώνευσηΕπεξεργασία

pelo (pt)