Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

palatal (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

palatal < λατινική palatum

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.la.tal/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό palatal palataux
θηλυκό palatale palatales

palatal (fr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία