Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mouthpiece (en)

  1. το επιστόμιο ενός μουσικού οργάνου
  2. στομίδα
  3. (μεταφορικά) το φερέφωνο