Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
morasse morasses

morasse (fr) θηλυκό

  1. (τυπογραφία) (παρωχημένο) τελικό δοκίμιο μιας εφημερίδας, πριν την εκτύπωση

ΕκφράσειςΕπεξεργασία