Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mob (en)

  1. όχλος, μάζα
     συνώνυμα: rabble
  2. the mob, the Mafia: μαφία, εγκληματική οργάνωση
  3. (Αυστραλία) κοπάδι ζώων

  ΡήμαΕπεξεργασία

mob (en)

  1. στριμώχνω, στριμώχνομαι
  2. μου την πέφτει πλήθος, την πέφτουμε σε κάποιον ή κάποιους, έρχονται πολλοί καταπάνω ή απλά υπάρχουν πολλοί καθώς περνώ