Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

  1. υλοτομία
  2. το να στοιβάζω άτακτα, πρόχειρο αράδιασμα
    • παραφορτώνω ή περιορίζω την ελεύθερη (μετα-)κίνηση (συχνά με σαβούρα, με άχρηστα)
      Συνώνυμα: encumber, burden, weigh down
  3. βαρυπερπατησιά, το να βαρυπερπατώ, το να βραδυπερπατώ, ψιλοκούτσεμα (-αμα), κουτσοπερπάτημα, χωλοβάδισμα, χωλοπερπάτημα, χωλοπερπατησιά